αποθεραπεύομαι


αποθεραπεύομαι
αποθεραπεύομαι, αποθεραπεύτηκα και αποθεραπεύθηκα, αποθεραπευμένος βλ. πίν. 20

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εφτάγειανος — η, ο και εφτάγιανος, η, ο αυτός που βρίσκεται σε άκρα υγεία, σε τέλεια υγιεινή κατάσταση, υγιέστατος. [ΕΤΥΜΟΛ. < εφτα * + γειανός (πιθ. < γειαν τού ρ. γειαίνω «αποθεραπεύομαι» < γεια) < υγεία, πρβλ. έγγεια, πρβλ. έγειανα) (όχι το αρχ …   Dictionary of Greek

  • σηκώνω — ΝΜ 1. υψώνω, μετακινώ από κάτω προς τα πάνω (α. «είχε πέσει κάτω και τό σήκωσα» β. «σηκώνω τὸ πινάκιν μου καὶ βλέπω τὸ σκουτέλιν», Θ. Πρόδρ.) νεοελλ. 1. καλώ ή αναγκάζω κάποιον καθιστό να αφήσει τη θέση του και να σταθεί όρθιος («τόν σήκωσα από… …   Dictionary of Greek

  • σκαπουλάρω — Ν 1. δραπετεύω, διαφεύγω («τή σκαπούλαρε ο κλέφτης») 2. απαλλάσσομαι από κίνδυνο, γλυτώνω, σώζομαι («τή σκαπούλαρε και πάλι» τά κατάφερε πάλι να γλυτώσει) 3. (για άρρωστο) αποθεραπεύομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. scapolare «φεύγω από φόβο»] …   Dictionary of Greek